αυτογενής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτογενής

Where it comes from

αυτογενής < ελληνιστική κοινή αὐτογενής < αρχαία ελληνική αὐτός + γίγνομαι (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autogène ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική autogenous)

adjective αυτογενής · αυτογενές · αυτογενούς

  1. επιστήμη που δημιουργείται, εξελίσσεται ή λειτουργεί αποκλειστικά από δικούς του πόρους ή στοιχεία, χωρίς εξωτερική παρέμβαση ※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)

In English

  • self-caused able to self-create oneself without external contributions

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτογενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτογενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"αυτογενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτογενής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}