αυτοδημιούργητος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αυτοδημιούργητος
- a.fto.ði.miˈuɾ.ʝi.tos
Where it comes from
αυτοδημιούργητος < αυτο- + δημιουργώ, δημιουργη- + -τος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-made). Διαφορετικό το ελληνιστικό αὐτοδημιούργητος (σε φυσική κατάσταση).
adjective αυτοδημιούργητος · αυτοδημιούργητη · αυτοδημιούργητο · αυτοδημιούργητου · αυτοδημιούργητης
- που κατάφερε να επιτύχει στη ζωή του σε διάφορους τομείς (οικονομικό, κοινωνικό κ.λπ.) βασιζόμενος μόνο στις δικές του δυνάμεις κι όχι σε άλλους
In English
- self-made having achieved success by one's own efforts
- self-caused able to self-create oneself without external contributions
Talk about this word "αυτοδημιούργητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αυτοδημιούργητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "αυτοδημιούργητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτοδημιούργητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}