αυτοδικία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτοδικία

  • af.to.ðiˈci.a

Where it comes from

αυτοδικία μαρτυρείται από το 1833 στην καθαρεύουσα (αὐτοδικία)< ελληνιστική κοινή αὐτοδικέω/αὐτοδικῶ (< αρχαία ελληνική αὐτόδικος) + -ία

noun αυτοδικία · αυτοδικίες · αυτοδικίας · αυτοδικιών

  1. νομικός όρος η επιδίωξη αποκατάστασης αδίκου παρακάμπτοντας την νόμιμη δικαστική οδό
  2. νομικός όρος η αξιόποινη πράξη της απ’ ευθείας τιμωρίας του αδικήσαντος από τον αδικημένο χωρίς προηγούμενη προσφυγή στην αρμόδια αρχή Η αυτοδικία, αν και προβάλλεται ιδιαίτερα στην Παλαιά Διαθήκη (Μωσαϊκός νόμος), σήμερα αντιμετωπίζεται ως πράξη κολάσιμη.

In English

  • lynching execution of a person without a proper legal trial — see also vigilantism, takin

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτοδικία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτοδικία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αυτοδικία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτοδικία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}