αυτοδυναμία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτοδυναμία

  • a.fto.ði.naˈmi.a

Where it comes from

αυτοδυναμία < αυτοδύναμ(ος) + -ία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-reliance

noun αυτοδυναμία · αυτοδυναμίες · αυτοδυναμίας · αυτοδυναμιών

  1. η ιδιότητα του αυτοδύναμου· η στήριξη κάποιου στις προσωπικές του δυνάμεις χωρίς τη συνδρομή ξένων δυνάμεων
  2. πολιτική η επίτευξη απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από ένα κόμμα, κάτι που του επιτρέπει να σχηματίσει μόνο του κυβέρνηση, χωρίς να έχει ανάγκη υποστήριξης από άλλα κόμματα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτοδυναμία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτοδυναμία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αυτοδυναμία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτοδυναμία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}