αυτοερεθισμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτοερεθισμός

Where it comes from

αυτοερεθισμός < αυτο- + ερεθισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-stimulation)

noun αυτοερεθισμός · αυτοερεθισμοί · αυτοερεθισμού · αυτοερεθισμών · αυτοερεθισμό · αυτοερεθισμούς

  1. η πρόκληση σεξουαλικής διέγερσης από το ίδιο το άτομο στον εαυτό του, η αυτοϊκανοποίηση ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ
  2. ψυχολογία η σκόπιμη χρήση εξωτερικών ή εσωτερικών ερεθισμάτων, ώστε το άτομο να κινητοποιήσει συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση ή σωματική αντίδραση στον ίδιο του τον οργανισμό

In English

  • self-stimulation sensory stimulation associated with autism and other conditions

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτοερεθισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτοερεθισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"αυτοερεθισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτοερεθισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}