αυτοκίνητο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αυτοκίνητο
- a.ftoˈci.ni.to
Where it comes from
αυτοκίνητο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐτοκίνητον (εννοείται ὄχημα), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αὐτοκίνητος (που κινείται μόνος του), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική automobile
noun αυτοκίνητο · αυτοκίνητα · αυτοκινήτου · αυτοκίνητου · αυτοκινήτων
- μηχανοκίνητο όχημα που φέρει κινητήρα και δεξαμενή με καύσιμα, που του δίνουν τη δυνατότητα να είναι αυτόνομο
In English
- car automobile, a vehicle steered by a driver
- automobile passenger vehicle
Talk about this word "αυτοκίνητο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. αυτοκίνητο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF "αυτοκίνητο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτοκίνητο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}