αυτοκρατορία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αυτοκρατορία
- a.fto.kɾa.toˈɾi.a
Where it comes from
αυτοκρατορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὐτοκρατορία < αὐτοκράτωρ
: για τα κράτη αυτοκρατορίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική empire
: για την οικονομική επιχείρηση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική empire
noun αυτοκρατορία · αυτοκρατορίες · αυτοκρατορίας · αυτοκρατοριών
- η εξουσία του αυτοκράτορα
- κράτος ή σύνολο κρατών τα οποία υπάγονται στην εξουσία ενός αυτοκράτορα ελληνική αυτοκρατορία, κινέζικη αυτοκρατορία, ρωμαϊκή αυτοκρατορία
- πολύ μεγάλη οικονομική επιχείρηση
In English
- empire political unit, having numerous or extensive territories
Talk about this word "αυτοκρατορία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αυτοκρατορία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1 "αυτοκρατορία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτοκρατορία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}