Μίκουιν

αυτοκρατόρισσα

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

αυτοκρατόρισσα

  • a.fto.kɾaˈto.ɾi.sa

Από πού έρχεται

αυτοκρατόρισσα < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αὐτοκρατόρισσα < αὐτοκράτορ(ας) + κατάληξη θηλυκού -ισσα < αὐτοκράτωρ

ουσιαστικό αυτοκρατόρισσα · αυτοκρατόρισσες · αυτοκρατόρισσας · αυτοκρατορισσών

  1. άλλη μορφή του αυτοκράτειρα, θηλυκό του αυτοκράτορας
  2. που έχει απόλυτη κυριαρχία ※ 1904 ⌘ Κωστής Παλαμάς. Η ασάλευτη ζωή, Εκατό φωνές, Πρώτη νύχτα, από τη στροφή 15 @greek-language.gr

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"αυτοκρατόρισσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτοκρατόρισσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1

Chicago

"αυτοκρατόρισσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτοκρατόρισσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}