ميكوين

αυτοπαθής

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αυτοπαθής

من أين أتت

αυτοπαθής < (ελληνιστική κοινή) (χρησιμοποιήθηκε από τους Αλεξανδρινούς συγγραφείς για να διαχωρίσει τις αντωνυμίες σε «ἀλλοπαθεῖς» και «αὐτοπαθεῖς», αλλά και τα ρήματα σε «μεταβατικά» και «αυτοπαθῆ»)

صفة αυτοπαθής · αυτοπαθές · αυτοπαθούς

  1. γραμματική για ρήμα του οποίου η ενέργεια επιστρέφει στο υποκείμενο
  2. γραμματική για αντωνυμία που εκφράζει την παραπάνω σχέση
  3. archaic, αρχαιοπρεπές που από μόνος του παθαίνει κάτι ή αποκτά πείρα κάποιου πράγματος

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αυτοπαθής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτοπαθής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%82

Chicago

"αυτοπαθής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτοπαθής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}