αυτοπειθαρχία
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
αυτοπειθαρχία
- a.fto.pi.θaɾˈçi.a
מאיפה זה בא
αυτοπειθαρχία, ήδη από το 1897 ως αὐτοπειθαρχία < αυτο- + πειθαρχία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-discipline ή από τη γαλλική autodiscipline
שם עצם αυτοπειθαρχία · αυτοπειθαρχίες · αυτοπειθαρχίας · αυτοπειθαρχιών
- η ικανότητα ένος προσώπου να καταστέλλει τις συναισθηματικες του παρορμήσεις, έναντι της υπερίσχυσης της βούλησής του, σε σχεση με κάποιο στόχο και τις απαιτούμενες ενέργειες για την επίτευξή του
דומה: αυτοέλεγχος
מילים נרדפות והפכים
שם עצם
דומה: αυτοέλεγχος
באנגלית
- self-discipline control of oneself
לדבר על המילה הזו "αυτοπειθαρχία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1. Accessed 8 Nov. 2026. αυτοπειθαρχία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1 "αυτοπειθαρχία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτοπειθαρχία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-08}
}