αυτοπεποίθηση

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

αυτοπεποίθηση

Nó đến từ đâu

αυτοπεποίθηση < αυτο- + πεποίθηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-confidence

danh từ αυτοπεποίθηση · αυτοπεποιθήσεις · αυτοπεποίθησης · αυτοπεποιθήσεων

  1. η πίστη κάποιου στον εαυτό του, ότι μπορεί να καταφέρει κάτι ※ Αν απαντούσε με αυτοπεποίθηση πως ήξερε ότι η ίδια αποτελούσε τον μεγάλο του έρωτα, κινδύνευε να αυτογελοιοποιηθεί, σε περίπτωση που της το διέψευδε (Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ, εκδ. Καστανιώτη, 2015)

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"αυτοπεποίθηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτοπεποίθηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αυτοπεποίθηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτοπεποίθηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}