αυτοσεβασμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αυτοσεβασμός
- a.fto.se.vaˈzmos
Where it comes from
αυτοσεβασμός, μαρτυρείται από το 1887 ως αὐτοσεβασμός < αυτο- + σεβασμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-respect ή από τη γαλλική respect de soi-même
noun αυτοσεβασμός · αυτοσεβασμοί · αυτοσεβασμού · αυτοσεβασμών · αυτοσεβασμό · αυτοσεβασμούς
- ο σεβασμός και η εκτίμηση που νιώθουμε προς τον εαυτό μας, προς το πρόσωπό μας, συναίσθημα που μας βοηθά να φερόμαστε με αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας μειωτικές για την ηθική μας αξιοπρέπεια και αξία πράξεις και ενέργειες
Similar: αυτοεκτίμηση
Thesaurus
noun
Similar: αυτοεκτίμηση
In English
- self-respect knowledge of one's own worth
Talk about this word "αυτοσεβασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αυτοσεβασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "αυτοσεβασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτοσεβασμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}