αυτοφαγία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αυτοφαγία
- a.fto.faˈʝi.a
Where it comes from
αυτοφαγία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική autophagie < ελληνιστική κοινή αὐτοφάγος < αρχαία ελληνική αὐτός + ἔφαγον (μορφολογικά αναλύεται αυτο- + -φαγία)
noun αυτοφαγία · αυτοφαγίες · αυτοφαγίας · αυτοφαγιών
- ο ανακυκλωτικός μηχανισμός του μεγαλύτερου ποσοστού της θρέψης βασισμένος στην πρωτεϊνική διάσπαση σε αμινοξέα
- η ιδιότητα των κυττάρων ενός οργανισμού να καταναλώνουν, σε κατάσταση πείνας, θρεπτικά συστατικά που βρίσκονται στα ίδια τα κύτταρα ※ Για τους μηχανισμούς που έδειξαν πώς ο εγκέφαλος επιβιώνει σε συνθήκες ασιτίας ελέγχοντας τη διαδικασία της αυτοφαγίας τιμάται με διεθνή βράβευση ο έλληνας επιστήμονας Νεκτάριος Ταβερναράκης. (…) Σε συνθήκες πείνας, τα κύρια όργανα του σώματος ατροφούν, συρρικνώνονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι ότα
In English
- autophagy the process of self-digestion
Talk about this word "αυτοφαγία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αυτοφαγία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1 "αυτοφαγία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αυτοφαγία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}