αυτο-

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτο-

  • a.fto

Where it comes from

αυτο- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αὐτο- < αυτοπαθής αντωνυμία αὐτός (αυτός ο ίδιος) όπως ἑαυτοῦ. Δείτε και αυτ- (πριν από φωνήεν) και αυθ- (πριν από παλαιότερο δασύ φωνήεν)

prefix αυτο- · αυτό- · αυτ- · αυθ-

  1. σε σύνθετα αφηρημένα ουσιαστικά αυτοάμυνα, αυτοβιογραφία
  2. σε σύνθετα ρήματα παθητικής φωνής αυτοπροβάλλομαι, αυτοανακηρύσσομαι
  3. την εκπλήρωση μιας ενέργειας/διαδικασίας χωρίς εξωτερική παρεμβολή ή βοήθεια αυτοδίδακτος, αυτοδημιούργητος
  4. αυτοματισμό, κάτι γίνεται από μόνο του αυτοκίνητο, αυτοφυής
  5. ανεξαρτησία από αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό, σε σύνθετα επίθετα αυτόκλητος

In English

  • self- of, by, in or with oneself or itself
  • auto- regarding oneself

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF-. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αυτο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF-

Chicago

"αυτο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτο-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF-},
  urldate = {2026-11-06}
}