αυτόμολος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτόμολος

Where it comes from

αυτόμολος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὐτόμολος < αρχαία ελληνική αὐτομολῶ

noun αυτόμολος · αυτόμολοι · αυτόμολου · αυτομόλου · αυτόμολων · αυτομόλων

  1. αυτός που αυτομόλησε, που κατέφυγε στις τάξεις του εχθρού ※ Για τους Βενιζελικούς στρατιωτικούς και προπαντός για τους Αμυνίτες, που πολεμούσαν από το φθινόπωρο του 1916 για την ελληνική Μακεδονία, όλοι αυτοί – οι στασιαστές, οι λιποτάκτες και κατεξοχήν οι αυτομόλοι – δεν ήσαν παρά “επάρατοι μητραλοίαι” (Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος (2015) 1915 - Ο Εθνικός Διχ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτόμολος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτόμολος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"αυτόμολος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτόμολος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}