αφήνω
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
αφήνω
- aˈfi.no
Limetoka wapi
αφήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφήνω (δείτε και γραφή ἀφίνω) ή με μεταπλασμό, ή από την ελληνιστική κοινή ἀφίω < αρχαία ελληνική ἀφίημι
kitenzi αφήνω · άφηνα · άφησα · άφηκα · αφήκα · αφήνομαι
- χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα Άφησε το μολύβι του να πέσει στο πάτωμα.
- παύω να έχω πάνω μου ένα αντικείμενο και το ακουμπώ σε κάποιο σημείο Μάλλον άφησα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι.
- δε μετακινώ κάτι, δεν του αλλάζω την κατάστασή του Άφησε τα πιάτα στο τραπέζι. (χτες)
- παραδίδω κάτι σε κάποιον, για να το ξαναπάρω αργότερα Άφησα το αυτοκίνητο στο συνεργείο.
- παύω να ασχολούμαι με κάτι και το εμπιστεύομαι σε άλλον Ας το αφήσουμε στους ειδικούς.
- ορίζω αντικαταστάτη Aφήνω το(ν) Νίκο στο πόδι μου για το διάστημα που λείπω.
- σταματώ να ακολουθώ μια τακτική Ας αφήσουμε τα υπονοούμενα!
- κληροδοτώ Ο θείος μου μου άφησε στη διαθήκη του ένα διαμέρισμα.
- φεύγω Άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Αμερική
- εγκαταλείπω κάτι με το οποίο με συνέδεε στενή σχέση, παρατώ Άφησε την παλιά του δουλειά αλλά δεν κατάφερε ακόμα να βρει καινούρια
- ελευθερώνω, δεν κρατώ πια δέσμιο τον άφησαν ελεύθερο
- επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι Οι επιτηρητές τον άφησαν να αντιγράψει.
Kwa Kiingereza
Zungumza kuhusu neno hili "αφήνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. αφήνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89 "αφήνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {αφήνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}