αφήνω

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

αφήνω

  • aˈfi.no

Limetoka wapi

αφήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφήνω (δείτε και γραφή ἀφίνω) ή με μεταπλασμό, ή από την ελληνιστική κοινή ἀφίω < αρχαία ελληνική ἀφίημι

kitenzi αφήνω · άφηνα · άφησα · άφηκα · αφήκα · αφήνομαι

  1. χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα Άφησε το μολύβι του να πέσει στο πάτωμα.
  2. παύω να έχω πάνω μου ένα αντικείμενο και το ακουμπώ σε κάποιο σημείο Μάλλον άφησα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι.
  3. δε μετακινώ κάτι, δεν του αλλάζω την κατάστασή του Άφησε τα πιάτα στο τραπέζι. (χτες)
  4. παραδίδω κάτι σε κάποιον, για να το ξαναπάρω αργότερα Άφησα το αυτοκίνητο στο συνεργείο.
  5. παύω να ασχολούμαι με κάτι και το εμπιστεύομαι σε άλλον Ας το αφήσουμε στους ειδικούς.
  6. ορίζω αντικαταστάτη Aφήνω το(ν) Νίκο στο πόδι μου για το διάστημα που λείπω.
  7. σταματώ να ακολουθώ μια τακτική Ας αφήσουμε τα υπονοούμενα!
  8. κληροδοτώ Ο θείος μου μου άφησε στη διαθήκη του ένα διαμέρισμα.
  9. φεύγω Άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Αμερική
  10. εγκαταλείπω κάτι με το οποίο με συνέδεε στενή σχέση, παρατώ Άφησε την παλιά του δουλειά αλλά δεν κατάφερε ακόμα να βρει καινούρια
  11. ελευθερώνω, δεν κρατώ πια δέσμιο τον άφησαν ελεύθερο
  12. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι Οι επιτηρητές τον άφησαν να αντιγράψει.

Kwa Kiingereza

  • abandon to leave behind or desert; to forsake
  • leave to cause to remain as available, not take away, refrain from depleting
  • let allow
  • pass law: to be conveyed or transferred by will, deed, or other instrument of conveya
  • allow to give permission
  • let go to no longer hold on

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"αφήνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αφήνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89

Chicago

"αφήνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφήνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AE%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}