αφίσα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφίσα

  • aˈfi.sa

Where it comes from

αφίσα < (άμεσο δάνειο) γαλλική affiche < afficher < λατινική affigere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος affigo < ad + figo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeygʷ (στερεώνω, κολλώ)

noun αφίσα · αφίσες · αφίσας · αφισών

  1. φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοποιείται ή ανακοινώνεται κάτι δημόσια
  2. φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή αναρτάται ως διακοσμητικό στοιχείο Το βλέμμα του καρφώνεται στην αφίσα .... Τρία ποτήρια με χρωματιστά υγρά και μια λεζάντα να διαφημίζει τους νέους, ασυναγώνιστους αντιοξειδωτικούς χυμούς του καταστήματος (Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Ακουαρέλα, 2022)

Similar: πόστερ

Thesaurus

noun

Similar: πόστερ

In English

  • bill advertisement
  • poster picture intended to be attached to a wall

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφίσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%83%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφίσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%83%CE%B1

Chicago

"αφίσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφίσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%AF%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}