αφαίμαξη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφαίμαξη

Where it comes from

αφαίμαξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφαίμαξις

noun αφαίμαξη · αφαιμάξεις · αφαίμαξης · αφαιμάξεων

  1. ιατρική παραδοσιακή πρακτική κατά την οποία γίνεται τομή σε μία φλέβα του αρρώστου και αφήνεται να αιμορραγήσει για λίγο για θεραπευτικούς λόγους Ένα δημοφιλές μέσο αφαίμαξης ήταν και οι βδέλλες.
  2. figuratively, μεταφορικά η απόσπαση πολλών χρημάτων από ένα άτομο με δόλιο τρόπο Τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν θα οδηγήσουν σε νέα αφαίμαξη των εργαζομένων.

    Similar: απομύζηση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφαίμαξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφαίμαξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BE%CE%B7

Chicago

"αφαίμαξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BE%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφαίμαξη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%BE%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}