αφαγία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφαγία

Where it comes from

αφαγία < α- + -φαγία

noun αφαγία · αφαγίες · αφαγίας · αφαγιών

  1. το να μην τρώει κάποιος ή να μην θέλει να τρώει ※ ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)

Similar: ασιτία · Opposite: σίτιση, διατροφή

Thesaurus

noun

Similar: ασιτία · Opposite: σίτιση, διατροφή

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφαγία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφαγία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αφαγία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφαγία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}