αφαιρετικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφαιρετικός

Where it comes from

αφαιρετικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀφαιρετικός (κατάλληλος να αφαιρεί, να εξαλείφει) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική soustractif)

adjective αφαιρετικός · αφαιρετική · αφαιρετικό · αφαιρετικού · αφαιρετικής

  1. που έχει σχέση με την αφαίρεση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την χρησιμοποιεί, με την έννοια της σχηματοποίησης ή της γενίκευσης η αφαιρετική σκέψη
  2. το ουδέτερο ως ουσιαστικό ουσία που αφαιρεί κάποιο υλικό αφαιρετικό βερνικιού/κόλλας
  3. γραμματική που εκφράζει την αφαίρεση ή την απομάκρυνση ενός πράγματος από κάποιο άλλο Στα πρώιμα στάδια της ελληνικής υπήρχε η αφαιρετική πτώση.

In English

  • ablative applied to one of the cases of the noun in other language

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφαιρετικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφαιρετικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αφαιρετικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφαιρετικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}