αφοδεύω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφοδεύω
- a.foˈðe.vo
Where it comes from
αφοδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφοδεύω < ἀπό(ἀφ-) + ὁδεύω < ὁδός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sodos
verb αφοδεύω · αφόδευσα · αφόδευα · θα αφοδεύω · να αφοδεύω
- αποβάλλω τα υπολείμματα της πέψης από το σώμα μου ※ Οι ελέφαντες, οι αντιλόπες και τα άλογα είναι μεταξύ των σύγχρονων ζώων που αφοδεύουν σε συγκεκριμένα – προκαθορισμένα από την ομάδα τους – σημεία. Με τον τρόπο αυτόν οριοθετούν την περιοχή τους αλλά μειώνουν και τις πιθανότητες εξάπλωσης παρασίτων. (tovima.gr)
Similar: χέζω, λαϊκότροπο, ανακουφίζομαι, αποπατώ, ενεργούμαι, κοπρίζω, ξαλαφρώνω, χοντρό, κακά, ανάγκη, τα κάνω
Thesaurus
verb
Similar: χέζω, λαϊκότροπο, ανακουφίζομαι, αποπατώ, ενεργούμαι, κοπρίζω, ξαλαφρώνω, χοντρό, κακά, ανάγκη, τα κάνω
In English
- defecate expel feces from one's bowels
Talk about this word "αφοδεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αφοδεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89 "αφοδεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφοδεύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}