αφομοίωση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφομοίωση
- a.foˈmi.o.si
Where it comes from
αφομοίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφομοίωσις (εξομοίωση, σύγκριση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική assimilation Μορφολογικά, αφ-, ομοίωση
noun αφομοίωση · αφομοιώσεις · αφομοίωσης · αφομοιώσεων
- η πρόσληψη θρεπτικών συστατικών τα οποία μέσω της πέψης μετασχηματίζονται και χρησιμοποιούνται ως δομικά συστατικά του οργανισμού
- η σε βάθος απόκτηση γνώσεων, οι οποίες αποτελούν πια ένα συνεκτικό σύνολο και σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας
- η πρόσληψη ξένων πολιτιστικών στοιχείων, τα οποία βαθμιαία μετασχηματίζονται και επηρεάζουν τη διαμόρφωση του πολιτισμού του λαού που τα προσλαμβάνει
- η ενσωμάτωση ξένων στοιχείων σε ένα κοινωνικό σύνολο, τα οποία χάνουν πια την ιδιαιτερότητά τους
-
μεταβολή όπου ένας φθόγγος αλλάζει ώστε να γίνει όμοιος με κάποιον γειτονικό του
παραδειγματα
Opposite: ανομοίωση
In English
- digestion assimilation and understanding of ideas
- assimilation act or state
Talk about this word "αφομοίωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αφομοίωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7 "αφομοίωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφομοίωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}