αφομοίωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφομοίωση

  • a.foˈmi.o.si

Where it comes from

αφομοίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφομοίωσις (εξομοίωση, σύγκριση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική assimilation Μορφολογικά, αφ-, ομοίωση

noun αφομοίωση · αφομοιώσεις · αφομοίωσης · αφομοιώσεων

  1. η πρόσληψη θρεπτικών συστατικών τα οποία μέσω της πέψης μετασχηματίζονται και χρησιμοποιούνται ως δομικά συστατικά του οργανισμού
  2. η σε βάθος απόκτηση γνώσεων, οι οποίες αποτελούν πια ένα συνεκτικό σύνολο και σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας
  3. η πρόσληψη ξένων πολιτιστικών στοιχείων, τα οποία βαθμιαία μετασχηματίζονται και επηρεάζουν τη διαμόρφωση του πολιτισμού του λαού που τα προσλαμβάνει
  4. η ενσωμάτωση ξένων στοιχείων σε ένα κοινωνικό σύνολο, τα οποία χάνουν πια την ιδιαιτερότητά τους
  5. γλωσσολογία, φωνολογία μεταβολή όπου ένας φθόγγος αλλάζει ώστε να γίνει όμοιος με κάποιον γειτονικό του παραδειγματα

    Opposite: ανομοίωση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφομοίωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφομοίωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"αφομοίωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφομοίωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}