αφορώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφορώ

  • a.foˈɾo

Where it comes from

αφορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφορῶ, συνηρημένος τύπος του ἀφοράω (αποστρέφω το βλέμμα από άλλα και το στρέφω σε ένα) < (ἀπό) ἀφ- + ὁράω / ὁρῶ

verb αφορώ · αφορούσα

  1. αναφέρομαι σε κάτι, σχετίζομαι με κάτι ※ Μεταξύ άλλων, η χρηματοδότηση δεν αφορά σε αγορά μεταφορικών μέσων για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων συντροφιάς, δαπάνες για μισθοδοσία υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένου του κτηνιάτρου που διενεργεί τις κτηνιατρικές πράξεις ή επεμβάσεις, στην περίπτωση που ο κτηνίατρος είναι υπάλληλος του Δήμου.

In English

  • concern to relate to or be of importance to

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφορώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφορώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E

Chicago

"αφορώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφορώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}