αφοσίωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφοσίωση

  • a.foˈsi.o.si

Where it comes from

αφοσίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφοσίωσις (θρησκευτικός καθαρμός) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dévotion

noun αφοσίωση · αφοσιώσεις · αφοσίωσης · αφοσιώσεων

  1. η απόλυτη ενασχόληση με κάτι Είναι μεγάλη η αφοσίωσή του στην επιστήμη, στο λειτούργημα που υπηρετεί
  2. η αποκλειστική φροντίδα για κάποιον Η αφοσίωσή της στους γονείς της ήταν απόλυτη. Τους φρόντισε τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.

Similar: προσήλωση

Thesaurus

noun

Similar: προσήλωση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφοσίωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφοσίωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"αφοσίωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφοσίωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%83%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}