αφρός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφρός
- aˈfɾos
Where it comes from
αφρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀφρός
:* Δε σχετίζονται ετυμολογικά, το ελαφρός, το Αφροδίτη, αφροδίσιος.
noun αφρός · αφροί · αφρού · αφρών · αφρό · αφρούς
- σύνολο φυσαλίδων που συγκεντρώνονται στην επιφάνεια ενός υγρού
- το πάνω μέρος, η επιφάνεια ενός υγρού
- η επιφάνεια της θάλασσας
- το πιο εκλεκτό τμήμα από ένα σύνολο πραγμάτων ※ Διαλέγω εγώ κάτι ψωμάρες, που είναι και οι τρεις θεϊκές, αφρός· να' χεις τέτοιο ψωμί, να' χεις και φρέσκο βούτυρο ελαφρώς αλατισμένο, να' χεις και αρτηρίες έτοιμες ζεστές ζεστές για βούλωμα και δεν θες τίποτ' άλλο. (Αύγουστος Κορτώ, Φωτιά στα σαββατόπαχα, εκδ. Πατάκη, 2018)
Thesaurus
In English
Talk about this word "αφρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. αφρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%82 "αφρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}