αφτί

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφτί

  • aˈfti

Where it comes from

αφτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφτί -παράλληλη γραφή αὐτί(ν)-, αὐτίον < ελληνιστική κοινή ὠτίον, υποκοριστικό του οὖς < αρχαία ελληνική οὖς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ṓws < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew (βλέπω).

: Ο σημερινός τύπος αφτί σχηματίστηκε από τον έναθρο πληθυντικό τὰ ὠτία [ta‿oˈti.a] > *ταοὐτία [tawˈti.a], με ημιφωνοποίηση [o > w] για αποφυγή της χασμωδίας > ταφτία [taˈfti.a], με χειλοδοντικοποίηση του ημίφωνου [w > f] σε άηχο χειλοδοντικό πριν το άηχο οδοντικό [t]> ταφτιά [taˈftça], με συνίζηση > τ’ αφτιά [t‿aˈftça], με ανασυλλαβισμό Παραβάλετε αβγό για παρόμοια εξέλιξη. → δείτε και αυγό

: Η γραφή αυτί με ύψιλον θεωρείται παρετυμολογική.

noun αφτί · αφτιά · αφτιού · αφτιών

  1. ανθρώπινο σώμα, ανατομία το όργανο της ακοής
  2. η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος το ύψος μιας μουσικής νότας και τις νότες από τις οποίες αποτελείται μια μουσική φράση Παίζει μουσική με το αφτί, δεν ξέρει να διαβάζει νότες.
  3. μέρος αντικειμένου που έχει το σχήμα αφτιού η χειρολαβή ενός ποτηριού

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφτί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%84%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφτί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%84%CE%AF

Chicago

"αφτί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%84%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφτί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%84%CE%AF},
  urldate = {2026-11-07}
}