αφυλετικός
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
αφυλετικός
它从哪里来
αφυλετικός < α- + φυλετικός < φυλέτης < φυλή
形容词 αφυλετικός · αφυλετική · αφυλετικό · αφυλετικού · αφυλετικής
- o άεθνος, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε φυλή, αυτός που δεν αποδέχεται τις φυλές τα άτομα "μικτής φυλής" δεν είναι αναγκαστικά ιδεολογικά αφυλετικά, η πολυεθνική καταγωγή αφορά βιολογική περιγραφή, κι όχι φιλοσοφική στάση
- ορφανό παιδί σε πολυφυλετική χώρα που δεν έχει καταγραφεί σε φυλή (καταγράφεται ως "άλλο")
英语
- aracial without race or race distinctions
讨论这个词 "αφυλετικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αφυλετικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αφυλετικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {αφυλετικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}