αχάριστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αχάριστος

Where it comes from

αχάριστος < αρχαία ελληνική ἀχάριστος

adjective αχάριστος · αχάριστη · αχάριστο · αχάριστου · αχάριστης

  1. που δεν εκτιμά και δεν αναγνωρίζει το καλό που του έκανε κάποιος άλλος ※ Θα ήμουν αχάριστη, αν δεν παραδεχόμουν ότι μου δόθηκαν μεγάλες ευκαιρίες. Αλλά κι εγώ με τη σειρά μου τις χειρίστηκα με πάρα πολλή δουλειά, γιατί τίποτα δεν σου χαρίζεται. Πρέπει συνεχώς να είσαι επί των επάλξεων και να αποδεικνύεις ότι είσαι αντάξιος της ευκαιρίας. (Εφημερίδα Το Βήμα, 27.01.2017)

    Similar: αγνώμων · Opposite: ευγνώμων

  2. που δεν προσφέρει ηθική ικανοποίηση Η μετάφραση είναι μια πολύ αχάριστη δουλειά.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αχάριστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αχάριστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αχάριστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αχάριστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}