αχάτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αχάτης¹

Where it comes from

αχάτης < από το όνομα του ποταμού Αχάτη της Σικελίας, σε κείμενο του Θεόφραστου (4ος-3ος αιώνας π.Χ.)

noun αχάτης · αχάτες · αχάτη · αχατών

  1. μη κρυσταλλική μορφή του χαλαζία ※ Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρω

Αχάτης²

Where it comes from

Αχάτης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Αχάτης

  1. ανδρικό όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αχάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αχάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"αχάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αχάτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}