αχιβάδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αχιβάδα
- a.çiˈva.ða
Where it comes from
αχιβάδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχιβάδα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun αχιβάδα · αχιβάδες · αχιβάδας · αχιβάδων
- οστρακοφόρο μαλάκιο ※ Ή τα ψάρια του κλέβανε τα δολώματα ή το παραγάδι έπεφτε σε ξερότοπο και δεν έβρισκε μήτε αχιβάδα (Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνική Ανθολογία, τόμος 1, εκδ. Οργανισμός Πελοποννησιακών Εκδόσεων «Η βιβλιοεμπορική», 1995, σελ. 222)
- αντικείμενο σε σχήμα αχιβάδας ※ Μια ανάσα μόλις, σαν από αρχαίο κοχύλι μουντή, και το πρόσωπο μια αχιβάδα που μάζεψε πολύ ήλιο από αιώνες (Γιώργος Αριστήνος, Περιπέτεια, Εκδὀσεις Καστανιώτη, 1984, σελ. 102)
In English
- clam mollusc — see also mollusc, oyster, mussel
Talk about this word "αχιβάδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αχιβάδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B4%CE%B1 "αχιβάδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αχιβάδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}