αχταρμάς

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αχταρμάς

  • a.xtaɾˈmas

Where it comes from

αχταρμάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική aktarma (δημιουργία αναστάτωσης) + -ς με τροπή [kt] > [xt]

noun αχταρμάς · αχταρμάδες · αχταρμά · αχταρμάδων

  1. ανακάτεμα, μπέρδεμα, ανάμιξη· χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια, όταν γίνεται κακή ανάμιξη υλικών, όταν γενικότερα αντί να διευθετηθεί μια κατάσταση γίνεται άνω-κάτω και επικρατεί τελικά σύγχυση
  2. σφουγγαράδικο καΐκι ※ Τί γινήκανε κεῖνα τὰ παράξενα σκέδια, πλῆθος ἀμέτρητο! Τί μπρίκια, τί γολέττες, τί μπομπάρδες, τί τσερνίκια, τί σακολέβες, τί λόβερα, τί πέννες, τί ἀχταρμάδες, τί λεῦκες, τί μπραντοῦσκες, τί περάματες, τί γκαγκάληδες ἀπ' τὴ Μαύρη Θάλασσα. (Φώτης Κόντογλου, Ἱστορίες καὶ περιστατικά, 1944)

Talk about this word

Cite this
MLA

"αχταρμάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AC%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αχταρμάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AC%CF%82

Chicago

"αχταρμάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αχταρμάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}