αχόρταγος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αχόρταγος

  • aˈxoɾ.ta.ɣos

Where it comes from

αχόρταγος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχόρταγος < ἀ- (α- στερητικό) + (χορταίνω) χορτα- + -γος

adjective αχόρταγος · αχόρταγη · αχόρταγο · αχόρταγου · αχόρταγης

  1. άλλη μορφή του αχόρταστος
  2. αυτός που δε χορταίνει εύκολα, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει εύκολα το αίσθημα της πείνας αχόρταγος άνθρωπος
  3. figuratively, μεταφορικά για συναίσθημα ή για ψυχική ανάγκη τόσο έντονη, που δεν μπορεί εύκολα κανείς να την ικανοποιήσει αχόρταγη επιθυμία για εκδίκηση
  4. figuratively, μεταφορικά για άνθρωπο άπληστο, πλεονέκτη αχόρταγο είναι το μάτι του ανθρώπου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αχόρταγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αχόρταγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"αχόρταγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αχόρταγος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}