αχόρταγος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αχόρταγος
- aˈxoɾ.ta.ɣos
Where it comes from
αχόρταγος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀχόρταγος < ἀ- (α- στερητικό) + (χορταίνω) χορτα- + -γος
adjective αχόρταγος · αχόρταγη · αχόρταγο · αχόρταγου · αχόρταγης
- άλλη μορφή του αχόρταστος
- αυτός που δε χορταίνει εύκολα, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει εύκολα το αίσθημα της πείνας αχόρταγος άνθρωπος
- για συναίσθημα ή για ψυχική ανάγκη τόσο έντονη, που δεν μπορεί εύκολα κανείς να την ικανοποιήσει αχόρταγη επιθυμία για εκδίκηση
- για άνθρωπο άπληστο, πλεονέκτη αχόρταγο είναι το μάτι του ανθρώπου
In English
Talk about this word "αχόρταγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αχόρταγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82 "αχόρταγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αχόρταγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}