ميكوين

αϋπνία

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αϋπνία

  • a.iˈpni.a

من أين أتت

αϋπνία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀϋπνία < ἀ- στερητικό + ὕπν(ος) + -ία

اسم αϋπνία · αϋπνίες · αϋπνίας · αϋπνιών

  1. το να μην κοιμάται κανείς κατά τη διάρκεια της νύχτας

    مشابه: αγρύπνια, ξενύχτι

  2. η αδυναμία να κοιμηθείς, ενώ το θέλεις υποφέρω από αϋπνίες

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αϋπνία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8B%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αϋπνία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8B%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αϋπνία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8B%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αϋπνία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8B%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}