αόρατος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αόρατος
Where it comes from
αόρατος < αρχαία ελληνική ἀόρατος < ἀ- στερητικό + ὁρατός
adjective αόρατος · αόρατη · αόρατο · αόρατου · αόρατης
- που δεν είναι ορατός, που είναι αδύνατον να τον δεις ※ ο συνεπιβάτης του γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και υψώνει το βλέμμα προς το μέρος του. Ο Αμεδαίος όμως είναι πάντα τελείως αόρατος. Ο συνεπιβάτης του είναι αδύνατο να τον δει όπως στέκεται τώρα σκυμμένος (Αλέξανδρος Σχοινάς, Αναφορά Περιπτώσεων, εκ.δ Πρόοδος, 1989, σελ. 396)
In English
Talk about this word "αόρατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αόρατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82 "αόρατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αόρατος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}