αύλακας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αύλακας¹

Where it comes from

αύλακας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὖλαξ από την αιτιατική τὸν ή τὴν αὔλακα

:* για την ιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sillon

:* για τη γεωλογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική trough

: Συγκρίνετε με το μεσαιωνικό αὔλακας, μεγεθυντικού του αυλάκι

noun αύλακας · αύλακες · αύλακα · αυλάκων

  1. ιατρική εγκεφαλική πτύχωση του άνω εγκεφάλου (cerebrum) άλλες μορφές: η αύλακα, παρωχημένο αρχαιοπρεπές: ο/η αύλαξ

    Opposite: έλικα, εγκεφαλική έλικα

  2. γεωλογία βύθισμα σε σχήμα αυλακιού
  3. dated, παρωχημένο το αυλάκι

Αύλακας²

Where it comes from

Αύλακας < αύλακας

proper noun Αύλακας · Αυλακαίοι · Αύλακα · Αυλακαίων · Αυλακαίους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • sulcus furrow or groove in an organ or a tissue

Talk about this word

Cite this
MLA

"αύλακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αύλακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82

Chicago

"αύλακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αύλακας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}