α-

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

α-

Where it comes from

α- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀ- και ἀν-. Επίσης, το αθροιστικό ἁ-. Ειδικότερα, δείτε σε κάθε είδος προθήματος.

prefix α-

  1. α- στερητικό πρόθημα, που δηλώνει έλλειψη, απουσία, στέρηση. άβουλος, απέραντος, αναξιόπιστος, ανεδαφικός
  2. α- αθροιστικό πρόθημα, που δηλώνει κατά το όμοιο, ή μαζί με άλλο αδελφός, ακόλουθος, αθρόος, άπας
  3. α- < αϊ- αγιωργίτικος αντί αϊγιωργίτικος
  4. α- επιτατικό πρόθημα, που δηλώνει επίταση της κυρίας έννοιας ασκελής, αχανής, ατενής
  5. α- προτακτικό (λαϊκότροπο) που προτάσσεται σε λέξεις πριν από σύμφωνο λυγαριά > αλυγαριά, μάχη > αμάχη, ιταλική lisciva > αλισίβα

In English

  • un- denoting a lack of
  • in- reversal of meaning
  • -less lacking

Talk about this word

Cite this
MLA

"α-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1-. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

α-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1-

Chicago

"α-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {α-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1-},
  urldate = {2026-11-06}
}