α-
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
α-
Where it comes from
α- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀ- και ἀν-. Επίσης, το αθροιστικό ἁ-. Ειδικότερα, δείτε σε κάθε είδος προθήματος.
prefix α-
- α- στερητικό πρόθημα, που δηλώνει έλλειψη, απουσία, στέρηση. άβουλος, απέραντος, αναξιόπιστος, ανεδαφικός
- α- αθροιστικό πρόθημα, που δηλώνει κατά το όμοιο, ή μαζί με άλλο αδελφός, ακόλουθος, αθρόος, άπας
- α- < αϊ- αγιωργίτικος αντί αϊγιωργίτικος
- α- επιτατικό πρόθημα, που δηλώνει επίταση της κυρίας έννοιας ασκελής, αχανής, ατενής
- α- προτακτικό (λαϊκότροπο) που προτάσσεται σε λέξεις πριν από σύμφωνο λυγαριά > αλυγαριά, μάχη > αμάχη, ιταλική lisciva > αλισίβα
In English
Talk about this word "α-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1-. Accessed 6 Nov. 2026. α-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1- "α-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1-.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {α-},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1-},
urldate = {2026-11-06}
}