βάζο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βάζο
- ˈva.zo
Where it comes from
βάζο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vaso < λατινική vasum / vas
noun βάζο · βάζα · βάζου · βάζων
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό ※ Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο, μ' ένα βάζο λουλούδια ανάμεσά τους. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών ※ Ἀλήθεια, ἠξεύρω πῶς τρελλαίνεσθε διά τήν κομπόστα· σήμερα κατεσκεύασα ἀρκετὴν καὶ σᾶς ἐφύλαξα ἕνα βάζο. - Πόσον εἶσθε ἐρασμία! δότε μού το κι αὐτό . – Ὄχι, ἡ ὑπηρέτρια σᾶς τὸ φέρνει εἰς τὸ ἁμάξι. (Θ. Γραμματικόπουλος, Αστήρ του Πόντου, περιοδικόν σύγγραμμα, τόμος 1, Τραπεζούντα, Τυπογραφείο Δ. Ξιφ
Similar: ανθοδοχείο, δοχείο
Thesaurus
noun
Similar: ανθοδοχείο, δοχείο
In English
Talk about this word "βάζο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. βάζο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF "βάζο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βάζο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}