βάζο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βάζο

  • ˈva.zo

Where it comes from

βάζο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vaso < λατινική vasum / vas

noun βάζο · βάζα · βάζου · βάζων

  1. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό ※ Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο, μ' ένα βάζο λουλούδια ανάμεσά τους. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)
  2. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών ※ Ἀλήθεια, ἠξεύρω πῶς τρελλαίνεσθε διά τήν κομπόστα· σήμερα κατεσκεύασα ἀρκετὴν καὶ σᾶς ἐφύλαξα ἕνα βάζο. - Πόσον εἶσθε ἐρασμία! δότε μού το κι αὐτό . – Ὄχι, ἡ ὑπηρέτρια σᾶς τὸ φέρνει εἰς τὸ ἁμάξι. (Θ. Γραμματικόπουλος, Αστήρ του Πόντου, περιοδικόν σύγγραμμα, τόμος 1, Τραπεζούντα, Τυπογραφείο Δ. Ξιφ

Similar: ανθοδοχείο, δοχείο

Thesaurus

In English

  • vase container used mainly for displaying flowers
  • jar small, approximately cylindrical container

Talk about this word

Cite this
MLA

"βάζο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βάζο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF

Chicago

"βάζο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βάζο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}