βάλλω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βάλλω
- ˈva.lo
Where it comes from
βάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷelH-
verb βάλλω · έβαλλα · βάλω · έβαλα · βάλλομαι · βλήθηκα
- εκτελώ βολή, ρίχνω ένα βλήμα ※ Η Νότια Κορέα ανακοίνωσε ότι πραγματοποιούσε συνηθισμένες στρατιωτικές ασκήσεις στα ανοικτά της δυτικής ακτής όταν η Βόρεια Κορέα αρχίσει να βάλλει με δεκάδες οβίδες, όμως επισήμανε πως τα νοτιοκορεατικά πυρά κατά τα γυμνάσια δεν ήταν προς την κατεύθυνση του βορρά. (εφημερίδα Καθημερινή, 23 Νοεμβρ
- κατηγορώ κάποιον, του αποδίδω μομφή ※ Σε ανακοίνωσή του το σωματείο των ηλεκτροδηγών στο Μετρό βάλλει κατά της Διοίκησης της ΑΜΕΛ επισημαίνοντας πως δεν είχε εξαγγελθεί 24ωρη απεργία. (εφημερίδα Τα Νέα, 4 Ιανουαρίου 2011)
- βάζω Με βάλλεις τούτα τα πράματα.
Talk about this word "βάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. βάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89 "βάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βάλλω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}