βάνδαλοι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Βάνδαλοι¹

proper noun Βάνδαλοι

  1. nominative, plural, vocative ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Βάνδαλος

proper noun Βάνδαλοι · Βάνδαλων · Βανδάλων · Βάνδαλους · Βανδάλους

  1. εθνωνύμιο Γερμανικός λαός που το 455 μ.Χ. λεηλάτησαν τη Ρώμη με αρχηγό τον Γιζέριχο (Geiseric). Τον 5ο μ.Χ. αι. επέδραμαν επίσης στην Γαλατία, στην Ισπανία και τελικά, στην βόρεια Αφρική όπου ίδρυσαν το κράτος τους, το οποίο όμως διαλύθηκε το 534 μ.Χ. από τον στρατηγό του Ιουστινιανού, Βελισάριο. ※ (καθαρεύουσα) ιδίως οι Βάνδαλοι, κατέστρεφον επί της οδού αυτών πάν έργων τέχνης και το είδος αυτό της καταστρεπτικής μανίας, ιδιάζουσα παρά τοις τελευταίοις, απεκλήθη έκτοτε Βανδαλισμός εις απάσας τάς γλώσσας του πεπολιτισμένου κόσμου (Κλεάνθης Νικολαΐδης, Ιστορία του Ελληνισμού με κέντρον και βά

βάνδαλοι²

noun βάνδαλοι

  1. nominative, plural, vocative ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βάνδαλος

Talk about this word

Cite this
MLA

"βάνδαλοι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βάνδαλοι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B9

Chicago

"βάνδαλοι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βάνδαλοι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}