βάπτισμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βάπτισμα¹
Where it comes from
βάπτισμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βάπτισμα
noun βάπτισμα · βαπτίσματα · βαπτίσματος · βαπτισμάτων
- μυστήριο της εκκλησίας με το οποίο ο κατηχούμενος γίνεται χριστιανός (από συγγραφείς σχετικούς με την εκκλησία συχνά γράφεται με κεφαλαίο «Βάπτισμα») ※ Κατὰ τὴν περίοδο ποὺ προηγεῖται τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἡ Ἐκκλησία, μὲ διδαχὴ κατάλληλη, προετοιμάζει τούς κατηχούμενους γιὰ νὰ γίνουν μέλη της. Ἡ διδαχὴ αὐτὴ ὀνομάζεται Κατήχηση κι αὐτὸς ποὺ τὴν κάνει Κατηχητής. Στούς ἀποστολικοὺς χρόνους ἡ Κατήχηση ἦταν πολὺ σύντομη: συνήθως μία ὁμιλία μόνο (π.χ.
- η πρώτη φορά που κάποιος συμμετέχει σε μια δραστηριότητα
Βάπτισμα²
Where it comes from
Βάπτισμα < γενική ενικού του αρσενικού Βάπτισμας
proper noun Βάπτισμα · Βάπτισμας · Vaptisma
- γυναικείο επώνυμο
In English
- baptism Christian sacrament
Talk about this word "βάπτισμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βάπτισμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1 "βάπτισμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βάπτισμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}