ミクウィン

βάρκα

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

βάρκα¹

  • ˈvaɾ.ka

由来

βάρκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάρκα < υστερολατινική barca < λατινική baris < αρχαία ελληνική βᾶρις (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή bꜣjr (bair) b-bA-A-y:r*Z1-P1

名詞 βάρκα · βάρκες · βάρκας · βαρκών

  1. μέσο μεταφορών, ναυπηγικός όρος μικρό θαλάσσιο σκάφος, ξύλινο, μεταλλικό, ή πλαστικό, με κοίλη κατασκευή που κινείται με κουπιά, ή πανιά (ιστία) ή με φερόμενη μικρή εξωλέμβια μηχανή ※ φυσομανάει το πέλαγο, τα κύματα βογγούνε,
  2. παιχνίδι παιδικό ομαδικό παιχνίδι

類語: λέμβος

Βάρκα²

由来

Βάρκα < → λείπει η ετυμολογία

固有名詞 Βάρκα · Varka

  1. γυναικείο επώνυμο

類義語・対義語

名詞

類語: λέμβος

英語で

  • boat water craft — see also watercraft, vessel, ship

この単語について話す

引用する
MLA

"βάρκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βάρκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1

Chicago

"βάρκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βάρκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}