βάση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βάση¹
- ˈva.si
Where it comes from
βάση < αρχαία ελληνική βάσις < βαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷem-
noun βάση · βάσεις · βάσης · βάσεων
- το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης η βάση του ποτηριού
- η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης
- το θεμέλιο
- μία από τις πουρίνες ή πυριμιδίνες που συνθέτουν τα νουκλεοτίδια
- μία από τις τρεις πλευρές ενός τριγώνου, η πλευρά στήριξης στερεού
- η έδρα νομικού προσώπου
- το σημείο αναφοράς βαθμολόγησης
- η συντομογραφία της βάσης δεδομένων
- η μεγάλη στρατιωτική εγκατάσταση Η βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα.
- η χημική ένωση που έχει τάση να δέχεται πρωτόνια και η οποία διαλύεται στο νερό, ενώ όταν αντιδρά με ένα οξύ σχηματίζεται άλας
Βάση²
Where it comes from
Βάση < αρχαία ελληνική Βάση
proper noun Βάση · Βάσης · Vasi
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "βάση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. βάση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7 "βάση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βάση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}