βάση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βάση¹

  • ˈva.si

Where it comes from

βάση < αρχαία ελληνική βάσις < βαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷem-

noun βάση · βάσεις · βάσης · βάσεων

  1. το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης η βάση του ποτηριού
  2. η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης
  3. αρχιτεκτονική το θεμέλιο
  4. βιολογία μία από τις πουρίνες ή πυριμιδίνες που συνθέτουν τα νουκλεοτίδια
  5. γεωμετρία μία από τις τρεις πλευρές ενός τριγώνου, η πλευρά στήριξης στερεού
  6. νομικός όρος η έδρα νομικού προσώπου
  7. στατιστική, λογιστική το σημείο αναφοράς βαθμολόγησης
  8. πληροφορική, βάσεις δεδομένων η συντομογραφία της βάσης δεδομένων
  9. στρατιωτικός όρος, ναυτικός όρος η μεγάλη στρατιωτική εγκατάσταση Η βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα.
  10. χημεία η χημική ένωση που έχει τάση να δέχεται πρωτόνια και η οποία διαλύεται στο νερό, ενώ όταν αντιδρά με ένα οξύ σχηματίζεται άλας

Βάση²

Where it comes from

Βάση < αρχαία ελληνική Βάση

proper noun Βάση · Βάσης · Vasi

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • base 1. something from which other things extend
  • basis starting point for an argument
  • rest object designed to be used to support something else
  • foothold a solid grip with the feet

Talk about this word

Cite this
MLA

"βάση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βάση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7

Chicago

"βάση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βάση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}