βέλασμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βέλασμα
Where it comes from
βέλασμα < μεσαιωνική ελληνική βέλασμα < βελάζω < αρχαία ελληνική *βελῶ
noun βέλασμα · βελάσματα · βελάσματος · βελασμάτων
- η χαρακτηριστική φωνή (μπε) των αιγοπροβάτων ※ Ὁ πειραιώτης φαντάρος λοιπόν, βρῆκε τρόπο νὰ ἐκπορθεῖ χωρὶς αἷμα αὐτὰ τὰ παρατηρητήρια. Ἤξερε πόσο οἱ ἰταλοὶ συγκινοῦνται ὅταν ἀκοῦνε βέλασμα γιδιοῦ ἢ προβάτου. Καὶ ἤξερε ἀκόμα νὰ παρασταίνει περίφημα τὸ βέλασμα αὐτό. Ὅτὰν λοιπὸν τὸν βοηθοῦσε τὸ σκοτάδι, πλησίαζε βελάζοντας τὴν ἐχθρικὴ θέση. Οἱ Ἰτ
Similar: αρχαιοπρεπές, μηκηθμός
Thesaurus
noun
Similar: αρχαιοπρεπές, μηκηθμός
In English
Talk about this word "βέλασμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βέλασμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1 "βέλασμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βέλασμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}