βέλος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Βέλος¹
- ˈve.los
Where it comes from
Βέλος < βέλος
proper noun Βέλος · Βέλους
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Sge
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
βέλος²
Where it comes from
βέλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βέλος (ετυμολογικό πεδίο: βάλλω)
noun βέλος · βέλη · βέλους · βελών
-
η σαΐτα του τόξου
Similar: σαΐτα
- καθετί βελοειδές· (αρχιτεκτονική) κωνική απόληξη σε κορυφή πύργου, εκκλησίας κ.λπ.
- σύμβολο που εκφράζει μια κατεύθυνση
In English
Talk about this word "βέλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. βέλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82 "βέλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βέλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}