βέρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βέρα¹

Where it comes from

βέρα < (άμεσο δάνειο) βενετική vera < λατινική vera, θηλυκό του verus

noun βέρα · βέρες · βέρας

  1. το ένα από το ζεύγος δαχτυλιδιών του αρραβώνα ή του γάμου ※ Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξαν
  2. idiomatic, ιδιωματικό, κεφαλονίτικο ιδίωμα ενώτιο κυκλικού σχήματος

noun βέρα · βέρες · βέρας

  1. Cretan, κρητικά ανακωχή
  2. idiomatic, ιδιωματικό χρονική περίοδος, φορά

adjective βέρα · βέρες · βέρας

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βέρος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (βέρο) του βέρος

Βέρα²

Where it comes from

Βέρα < αγγλική Vera < ρωσικά Вера < вера (=πίστη)

# Βέρα < αγγλική Vera < λατινικά vera (=αληθινή)

proper noun Βέρα · Βέρες · Βέρας

  1. γυναικείο όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βέρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βέρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1

Chicago

"βέρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βέρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}