βέσπα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βέσπα¹

  • ˈve.spa

Where it comes from

βέσπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική Vespa < vespa < λατινική vespa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wobʰseh₂ (σφήκα) < *webʰ- (υφαίνω)

noun βέσπα · βέσπες · βέσπας · βεσπών

  1. μικρό δίκυκλο όχημα με κινητήρα και με προστατευτικό αντιανεμικό κάλυμμα ※ Επί ποδός πολέμου βρίσκονται εκατομμύρια ιδιοκτήτες σκούτερ στην Ιταλία, μετά την απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης για απαγόρευση της κυκλοφορίας στο κέντρο των πόλεων κάθε βέσπας, μοτοσικλέτας και μοτοσακού που δεν ανταποκρίνεται στις αυστηρές προδιαγραφές εκπομπής καυσαερίων της Ευρωπαϊκής Ενωσης
  2. figuratively, καταχρηστικά οποιοδήποτε σκούτερ

Βέσπα²

Where it comes from

Βέσπα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Βέσπα · Vespa

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βέσπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βέσπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%B1

Chicago

"βέσπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βέσπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CF%83%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}