βήμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βήμα
- ˈvi.ma
Where it comes from
βήμα < αρχαία ελληνική βῆμα < βαίνω
noun βήμα · βήματα · βήματος · βημάτων
- η κίνηση που κάνουμε όταν φέρνουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κατά το βάδισμα
- η απόσταση που διανύουμε όταν κάνουμε μία τέτοια κίνηση
- υπερυψωμένη κατασκευή στην οποία ανεβαίνει κάποιος που μιλάει σε δημόσια συνάθροιση
- το μέρος ή η ευκαιρία που έχει κάποιος να εκφράσει δημόσια τις απόψεις του το περιοδικό μας θα δώσει ένα βήμα έκφρασης σε νέους δημιουργούς
- μέρος του τίτλου εφημερίδων ή άλλων ενημερωτικών εντύπων
- άγιο βήμα: το ιερό του χριστιανικού ναού, το μέρος όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα
In English
Talk about this word "βήμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. βήμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1 "βήμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βήμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}