βήμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βήμα

  • ˈvi.ma

Where it comes from

βήμα < αρχαία ελληνική βῆμα < βαίνω

noun βήμα · βήματα · βήματος · βημάτων

  1. η κίνηση που κάνουμε όταν φέρνουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κατά το βάδισμα
  2. η απόσταση που διανύουμε όταν κάνουμε μία τέτοια κίνηση
  3. υπερυψωμένη κατασκευή στην οποία ανεβαίνει κάποιος που μιλάει σε δημόσια συνάθροιση
  4. figuratively, μεταφορικά το μέρος ή η ευκαιρία που έχει κάποιος να εκφράσει δημόσια τις απόψεις του το περιοδικό μας θα δώσει ένα βήμα έκφρασης σε νέους δημιουργούς
  5. μέρος του τίτλου εφημερίδων ή άλλων ενημερωτικών εντύπων
  6. άγιο βήμα: το ιερό του χριστιανικού ναού, το μέρος όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα

In English

  • step pace
  • pace step: step
  • podium stand used to hold notes when speaking publicly
  • tribune place or an opportunity to speak; platform

Talk about this word

Cite this
MLA

"βήμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βήμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1

Chicago

"βήμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βήμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}