βήχας

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

βήχας¹

  • ˈvi.xas

D'où il vient

βήχας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βήχας < αρχαία ελληνική βήξ (γενική βηχός) < βήσσω / βήττω (Ίσως το ρήμα βήττω είναι παράγωγο του ουσιαστικού βήξ)

nom βήχας · βήχες · βήχα

  1. απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο O ήδη «εξαρτημένος» από την «κακιά συνήθεια» γνωρίζει ήδη το... αυτονόητο, πώς δηλαδή το κάπνισμα «βλάπτει σοβαρά την υγεία» - του το λένε οι γιατροί (ακόμη... και αυτοί που καπνίζουν αρειμανίως!), το αντιλαμβάνεται επί καθημερινής βάσεως και ο ίδιος, με τις δύσπνοιες, τα αγκομαχητά του αν κάνει πέν
  2. figuratively, συνεκδοχικά ο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή
  3. figuratively, συνεκδοχικά η αμηχανία τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει

Βήχας²

D'où il vient

Βήχας < → λείπει η ετυμολογία

nom propre Βήχας · Βήχα · Vichas

  1. ανδρικό επώνυμο

En anglais

  • cough sudden, often involuntary expulsion of air from the lungs through the glottis, a

Parler de ce mot

Citer
MLA

"βήχας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CF%87%CE%B1%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βήχας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CF%87%CE%B1%CF%82

Chicago

"βήχας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CF%87%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βήχας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AE%CF%87%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}