βίαιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βίαιος
- ˈvi.e.os
Sounds like βιαίως
Where it comes from
βίαιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βίαιος < βία
adjective βίαιος · βίαιη · βίαιο · βίαιου · βίαιης
- που φέρεται με βία, που μεταχειρίζεται βία ※ Οι αντιδράσεις ήταν βίαιες κι εγώ η ίδια δέχτηκα προσωπικές επιθέσεις περί νεοφιλελευθερισμού και ευρωλαγνείας. (Άννα Διαμαντοπούλου, Μάκης Προβατάς, Από το Ντεσεβό στο Drone. Πρόοδος και ειρήνη για τον 21ο αιώνα – Συνομιλώντας με τον Μάκη Προβατά, εκδ. Πατάκη, 2021)
- που γίνεται με βία
- που εκδηλώνεται με σφοδρότητα και ορμητικότητα ※ Έξω ο βίαιος ανατολικός άνεμος είχε κοπάσει και μια ψιλή βροχή, πολύ γνωστή στα ορεινά μέρη, είχε αρχίσει. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- που ενεργεί με σκληρότητα και απότομα
Similar: βάναυσος
Thesaurus
adjective
Similar: βάναυσος
In English
- violent involving extreme force or motion
Talk about this word "βίαιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βίαιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82 "βίαιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βίαιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AF%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}