βαβέλ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Βαβέλ¹
Where it comes from
Βαβέλ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Βαβέλ < εβραϊκή בבל < ακκαδική 𒆍𒀭𒊏𒆠 (bāb ili: πύλη του Θεού)
proper noun Βαβέλ
- η πόλη και ο πύργος όπου συνέβη η σύγχυση των γλωσσών σύμφωνα με την Βίβλο
- η ασυνεννοησία Η ολομέλεια του συνεδρίου κατέληξε σε μια πραγματική Βαβέλ, με δεκάδες φωνές να μιλούν ταυτόχρονα και καμία απόφαση να μην μπορεί να παρθεί.
βαβέλ²
Where it comes from
βαβέλ < ελληνιστική κοινή Βαβέλ < εβραϊκή בבל < ακκαδική 𒆍𒀭𒊏𒆠 (bāb ili: πύλη του θεού)
noun βαβέλ
- κατάσταση απόλυτης αταξίας ή χαοτικής πολυφωνίας, όπου κυριαρχεί η ασυμφωνία και η έλλειψη συνεννόησης Η ολομέλεια του συνεδρίου κατέληξε σε μια πραγματική βαβέλ, με δεκάδες φωνές να μιλούν ταυτόχρονα και καμία απόφαση να μην μπορεί να παρθεί.
In English
- Babel Biblical city and tower
Talk about this word "βαβέλ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CE%BB. Accessed 6 Nov. 2026. βαβέλ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CE%BB "βαβέλ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CE%BB.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βαβέλ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CE%BB},
urldate = {2026-11-06}
}